γλυκύρριζα

γλῠκύ-ρρῑζα, ,
A sweet-root, i. e. liquorice, Glycyrrhiza glabra, Dsc.3.5, Antyll. ap. Orib.10.24.4:—also [suff] γλῠκύ-ρριζον, τό, Gp.7.24.4, and [suff] γλῠκύ-ρριζος, , Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλυκύρριζα — sweet root fem nom/voc sg γλυκύρριζον sweet root neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκύρριζα — η βλ. γλυκόριζα …   Dictionary of Greek

  • γλυκυρρίζης — γλυκύρριζα sweet root fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκύρριζαν — γλυκύρριζα sweet root fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • лакрица — солодковый корень (И. Толстой). Через нем. Lakritze от лат. liquiritiа из греч. γλυκύρριζα сладкий корень ; имеется также калька сладкокорень; см. Маценауэр 236; Преобр. I, 431; Клюге Гётце 342 …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Réglisse —  Pour l’article homophone, voir Regg Lyss. Réglisse …   Wikipédia en Français

  • regaliz — (Del ant. regaliza < bajo lat. liquiritia < gr. glykyrrhiza < glykys , dulce + rhiza, raíz.) ► sustantivo masculino 1 BOTÁNICA Planta leguminosa vivaz, de hojas puntiagudas y viscosas, flores pequeñas y azuladas, fruto con pocas semillas …   Enciclopedia Universal

  • GLYCYRRHIZA — Graece γλυκύῤῥιζα, h. e. radrx dulcis, alias Σκυθική ῥίζα, Scythica radix, uno nomine Σκύθιον, quod in Scythia, circa Maeotim paludem plurima nasceretur; radix est rota lignea, coloris buxei plane et pallidi, cuius ligno ξανθίζεςθαι τάς γυναῖκας… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • γιάμπολη — και διάμπολη, η κν. Ονομασία τού φυτού Γλυκύρριζα η άτριχος (γλυκόρριζα) …   Dictionary of Greek

  • γλυκ(ο)- — και γλυκύ πρώτο συνθετικό λέξεων τής αρχαίας (γλυκύ ), μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από το επίθετο γλυκύς/ γλυκός ή το επίρρ. γλυκά, που δηλώνει ποικιλία σημασιών:1. Γλυκύτητα στη γεύση και, κατ επέκταση, σε οποιαδήποτε άλλη από τις αισθήσεις.… …   Dictionary of Greek

  • γλυκόριζα — (glycyrrhiza).Γένος πολυετών ποωδών φυτών της οικογένειας των ψυχανθών, ιθαγενών των μεσογειακών περιοχών της Ευρώπης και της Ασίας και της Νότιας Αμερικής. Χαρακτηρίζονται από ρίζες που πηγαίνουν σε μεγάλο βάθος και αδενώδη φύλλα. Τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.